Η συζήτηση γύρω από τα τεχνητά χρώματα στα τρόφιμα δεν είναι καινούργια. Τα τελευταία χρόνια, οι καταναλωτές σε ΗΠΑ και Ευρώπη ζητούν όλο και πιο «καθαρές» ετικέτες, λιγότερα συνθετικά πρόσθετα και μεγαλύτερη διαφάνεια από τις εταιρείες τροφίμων. Σε αυτό το πλαίσιο, μια σημαντική ρυθμιστική αλλαγή στις Ηνωμένες Πολιτείες έρχεται να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε –και ερμηνεύουμε– τις ενδείξεις στις συσκευασίες.
Στις 5 Φεβρουαρίου 2026, η Food and Drug Administration (FDA) προχώρησε σε επαναπροσδιορισμό του όρου «τεχνητά» όσον αφορά τις χρωστικές ουσίες στα τρόφιμα. Μέχρι πρόσφατα, ένα προϊόν μπορούσε να αναγράφει «χωρίς τεχνητά χρώματα» μόνο εφόσον δεν περιείχε καμία πρόσθετη χρωστική ουσία, ούτε συνθετική ούτε φυσική. Αυτό δημιουργούσε ένα παράδοξο: ακόμη και αν μια εταιρεία αντικαθιστούσε μια συνθετική χρωστική (π.χ. Red 40) με φυσικά εκχυλίσματα από παντζάρι ή ιβίσκο, δεν είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τον ισχυρισμό «χωρίς τεχνητά χρώματα», επειδή το προϊόν εξακολουθούσε να περιέχει προσθήκη χρώματος.
Με τη νέα καθοδήγηση, η FDA επιτρέπει πλέον τη χρήση του ισχυρισμού «χωρίς τεχνητά χρώματα» σε προϊόντα που δεν περιέχουν χρωστικές προερχόμενες από πετρέλαιο, ακόμη κι αν χρησιμοποιούνται φυσικές χρωστικές από φυτά, άλγη ή ορυκτές πηγές. Η αλλαγή αυτή θεωρείται κομβική για τη βιομηχανία τροφίμων, καθώς ανοίγει τον δρόμο για πιο ευέλικτη επικοινωνία προς τον καταναλωτή, ιδίως σε κατηγορίες όπως τα αρτοσκευάσματα, τα γλυκίσματα και τα σνακ.
Παράλληλα, ενισχύεται η στροφή προς φυσικές λύσεις. Η χρήση χρωστικών όπως το εκχύλισμα τεύτλου ή η σπιρουλίνα κερδίζει έδαφος, καθώς προσφέρουν έντονες αποχρώσεις χωρίς να ανήκουν στην κατηγορία των συνθετικών πετρελαϊκών χρωμάτων. Ωστόσο, η τεχνολογική πρόκληση παραμένει, ιδιαίτερα σε προϊόντα που υφίστανται θερμική επεξεργασία. Η υψηλή θερμοκρασία, το pH και η οξείδωση μπορούν να αλλοιώσουν ή να αποδυναμώσουν το τελικό χρώμα, κάτι που απαιτεί επιπλέον έρευνα και προσαρμογές στις συνταγές.
Για τον καταναλωτή, η αλλαγή αυτή έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία πλευρά, ενισχύεται η διαφάνεια και η δυνατότητα απομάκρυνσης των συνθετικών χρωμάτων που έχουν κατά καιρούς συνδεθεί με ανησυχίες για την υγεία. Από την άλλη, η φράση «χωρίς τεχνητά χρώματα» δεν σημαίνει πλέον ότι το προϊόν δεν περιέχει καθόλου πρόσθετες χρωστικές — αλλά ότι δεν περιέχει χρωστικές πετρελαϊκής προέλευσης. Αυτό καθιστά ακόμη πιο σημαντική τη συνειδητή ανάγνωση της λίστας συστατικών.
Αν και η συγκεκριμένη ρύθμιση αφορά την αμερικανική αγορά, οι εξελίξεις αυτές έχουν ευρύτερο αντίκτυπο. Πολλές πολυεθνικές εταιρείες διαμορφώνουν ενιαίες στρατηγικές σύνθεσης και επισήμανσης προϊόντων για πολλαπλές αγορές, γεγονός που σημαίνει ότι αντίστοιχες τάσεις μπορεί να επηρεάσουν και την ευρωπαϊκή — και κατ’ επέκταση την ελληνική — αγορά. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις τροφίμων, ειδικά όσες εξάγουν ή συνεργάζονται με διεθνείς αλυσίδες, η παρακολούθηση τέτοιων ρυθμιστικών αλλαγών είναι κρίσιμη.
Συμπερασματικά, οι νέοι κανόνες δεν αφορούν μόνο μια τεχνική λεπτομέρεια στη διατύπωση των ετικετών. Αντανακλούν μια ευρύτερη μετατόπιση προς πιο «καθαρές» συνθέσεις, ενισχυμένη διαφάνεια και αυξημένες απαιτήσεις των καταναλωτών για φυσικότητα. Το στοίχημα πλέον για τη βιομηχανία είναι να συνδυάσει τη συμμόρφωση με τους νέους κανόνες με τη διατήρηση της ποιότητας, της σταθερότητας και της αισθητικής των προϊόντων.
Πηγή: bakerpedia.com



